βαλτότοπος


βαλτότοπος
[валтотопос] ουσ. а. заболоченное место,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βαλτότοπος" в других словарях:

  • βαλτότοπος — ο τόπος που είναι γεμάτος βάλτους, έλη: Η περιοχή γύρω από τη λίμνη ήταν κάποτε βαλτότοπος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαλτότοπος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 5) στην πρώην επαρχία Θεσσαλονίκης του ομώνυμου νομού. * * * ο και βαλτοτόπι, το βαλτώδης, ελώδης τόπος …   Dictionary of Greek

  • βάλτος — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 950 μ., 14 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λευκασίου. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 260 μ., 45 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μιραμπέλλου του… …   Dictionary of Greek

  • ελώδης — ες (AM ἑλώδης, ες) 1. ο γεμάτος έλη 2. αυτός που προκαλείται από το έλος («ελώδης πυρετός») νεοελλ. 1. ελόβιος* 2. το θηλ. ως ουσ. η ελώδης γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας τών κυφοειδών αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑλῶδες έλος, βαλτότοπος …   Dictionary of Greek

  • τόπος — ο, ΝΜΑ 1. έκταση γης, μέρος (α. «τόπος προορισμού» β. «ὁ τόπος οὗτος Ἀρμενία καλεῑται», Ξεν.) 2. ορισμένη εδαφική περιοχή, συγκεκριμένη θέση (α. «ο τόπος τού μαρτυρίου» β. «ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν», ΚΔ) 3. ο χώρος που καταλαμβάνει ένα… …   Dictionary of Greek

  • Ρέισνταλ βαν Γιάκομπ — (Ruysdael, 1628 ή 1629 – 1682). Ολλανδός ζωγράφος και χαράκτης. Φαίνεται ότι αρχικά μαθήτευσε πλάι στον Σολομώντα βαν Ρέισνταλ και δέχτηκε την επίδραση του έργου των Π. Πότερ, Ζ. βαν Γκουέν και X. Σέγκερς. Το 1648 έγινε αρχιτεχνίτης στη συντεχνία …   Dictionary of Greek

  • Σίνδος — I Πεδινός οικισμός (5.949 κάτ., υψόμ. 10 μ.), στην επαρχία Θεσσαλονίκης του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού Γαλλικού και σε απόσταση 10 χλμ. βορειοδυτικά της θεσσαλονίκης. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (47 τ. χλμ., 5.949 …   Dictionary of Greek